Call of Duty: Modern Warfare

Το Call of Duty 4 Modern Warfare είναι το παιχνίδι στο οποίο οφείλει -ως επί το πλείστον- την επιτυχία της η σειρά Call of Duty. Μην μας παρεξηγήσετε, καλά Call of Duty παιχνίδια υπήρξαν και μετά -και πριν- από αυτό, μερικά ίσως και καλύτερα, κανένα όμως δεν ήταν τόσο ολοκληρωμένο, τόσο απλό και ταυτόχρονα ποικίλο, σύντομο αλλά σημαντικό, ενδιαφέρον αλλά χαοτικό… Tο CοD 4 ήταν η αρχή ενός ταξιδιού, που σχεδόν 15 χρόνια μετά ακόμα δεν λέει να ολοκληρωθεί.

Ήταν το κινηματογραφικό campaign που έκανε τους παίκτες να νοιάζονται για έναν F.N.G. χαρακτήρα με το όνομα SOAP (“μα τι σόι όνομα είναι το SOAP;“), για έναν μεσήλικα στρατηγό ονόματι Price, και αργότερα για μια περίεργη φιγούρα που ποτέ δεν αποκάλυψε το πρόσωπο της, η ακόμα και το όνομα της -όλοι τον ήξεραν ως “Ghost”. Όμως, ήταν το έξυπνο δέσιμο του campaign με το multiplayer που κατάφερε να κρατήσει τους παίκτες για πολλές περισσότερες ώρες μετά το τέλος της ιστορίας. Το mode που ξεκίνησε σαν “συνοδευτικό” extra της ιστορίας, κατέληξε να είναι τόσο σημαντικό, που το βλέμμα των παικτών στράφηκε πάνω του, όμως ακόμα και τόσα χρόνια μετά, το όνομα “Modern Warfare” προκαλεί ανατριχίλες στους παλιούς παίκτες, πρώτα για τους χαρακτήρες του και μετά για όλα τα υπόλοιπα.

Το reboot της ιστορίας φέρνει πίσω μερικά αγαπημένα πρόσωπα, με κυριότερα αυτά των Cpt.Price και Nikolai ενώ γίνονται αναφορές στον SOAP και στον GAZ, οι οποίοι αναμένεται να εμφανιστούν σε μελλοντικό παιχνίδι της σειράς. Όπως ήταν φυσικό (και εντελώς αναμενόμενο), τα κινηματογραφικά επίπεδα κατά την εξιστόρηση της μάχης του Cpt. Price απέναντι στις δυνάμεις που έκλεψαν και απειλούν να χρησιμοποιήσουν ένα πανίσχυρο χημικό όπλο για να προκαλέσουν πανικό σε όλο τον κόσμο, είναι στα ύψη. Το παιχνίδι έχει ξεφύγει από το πολυσυζητημένο “Press F to pay respect”, για το οποίο έχει κατακριθεί, και έχει προχωρήσει σε πληθώρα παρόμοιων QTEs με μεγαλύτερη σημασία, τα οποία βοηθούν τον παίκτη να βυθιστεί στον κόσμο του παιχνιδιού και να έρθει πιο κοντά στους χαρακτήρες.

Πιστό στα πρότυπα της σειράς, το νέο Modern Warfare ταξιδεύει τον παίκτη σε διάφορες πόλεις ανά τον κόσμο, από τους πολυσύχναστους δρόμους του Λονδίνου και τα στενά της Ρωσίας, μέχρι τη Μέση Ανατολή και το “Urzikstan”. Το studio φέτος φαίνεται να πειραματίζεται λίγο με τον τρόπο που διαχειρίζεται το level design και βλέπουμε ακόμα και στο campaign μια γενική αλλαγή προς πιο ανοιχτές περιοχές, όπου ο παίκτης έχει την επιλογή να κινηθεί ελεύθερος σε μια κλειστή περιοχή μεν, ανοιχτή στον τρόπο προσέγγισης και επιλογής objective δε, αφού τα on-screen σημάδια που υπήρχαν μέχρι τώρα στα παιχνίδια της σειράς και έδειχναν στον παίκτη πού να κατευθυνθεί, είναι κρυμένα και εμφανίζονται μόνο όταν και αν το θέλει ο ίδιος, με τη χρήση του touchpad.

Η επιλογή προσέγγισης μιας μάχης, σε συνδυασμό με μερικά “RPG” στοιχεία, όπως η επιλογή διαλόγου και συγκεκριμένων αποφάσεων μέσα στο παιχνίδι για την εξέλιξη της ιστορίας, φανερώνουν τις προθέσεις της εταιρίας για έναν πιο ρεαλιστικό κόσμο όπου ο παίκτης μπορεί να χαράξει τη δική του πορεία. Η σημασία τους για την εξέλιξη της ιστορίας είναι σχεδόν μηδαμινή, όμως είναι ένα ενδιαφέρον στοιχείο, το οποίο μπορεί και πρέπει να εξελιχθεί παραπάνω. Στο φετινό παιχνίδι αυτά τα βήματα, προς μια πιο προσωπική εμπειρία για τον κάθε παίκτη, είναι μικρά και ελεγχόμενα σε μεγάλο βαθμό, όμως είναι ωραία προσθήκη στην κατά τα άλλα ευθύγραμμη εξέλιξη της ιστορίας. Αν και η κεντρική ιστορία του Modern Warfare είναι μια, ο τίτλος ταξιδεύει τους παίκτες πίσω στον χρόνο και εξιστορεί γεγονότα από το παρελθόν αλλά και από το παρόν, παράλληλα και για πολλούς χαρακτήρες ταυτόχρονα.

Οι πολλοί χαρακτήρες τους οποίους διαχειρίζεται ο παίκτης, αλλά και το απότομο και βιαστικό ξεκίνημα του campaign, δεν επιτρέπουν το συναισθηματικό δέσιμο με τους χαρακτήρες. Γίνονται προσπάθειες ώστε να δοθεί ένα background τουλάχιστον στους βασικούς πρωταγωνιστές της σειράς, όμως ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η εναλλαγή ανάμεσα στους πρωταγωνιστές την εκάστοτε στιγμή, η παρουσία τους στο παρελθόν και η συνολικά μικρή διάρκεια της ιστορίας (η οποία δεν ξεπερνάει τις 6 ώρες), καταλήγουν μάταιες. Για όσους παίκτες ξεπεράσουν αυτό το ψεγάδι, θα βρεθούν μπροστά σε σοκαρίστικες στιγμές, που θα τους κάνουν να αναθεωρήσουν κάθε άποψη για τους “κανόνες” της μάχης. Μπορεί το “No Russian” mission να κρατάει ακόμα τα πρωτεία του πιο “σκληρού” σημείου σε παιχνίδι Call of Duty, φέτος όμως η ιστορία και ο ρεαλισμός του παιχνιδιού ανέδειξαν τη δεύτερη θέση.

Για τον ρεαλισμό του φετινού Call of Duty πολλά εύσημα πρέπει να αποδοθούν στην καινούρια μηχανή γραφικών. Μπορεί η 8η γενιά κονσολών να διανύει την τελευταία της χρονιά στην αγορά ως “βασική γενιά”, αλλά η Infinity Ward κατάφερε να αναδείξει όλα τα διαφορετικά περιβάλλοντα, υλικά και χρώματα σε μια ντουζίνα από διαφορετικές τοποθεσίες, με τον καλύτερο τρόπο που έχουμε δει μέχρι σήμερα σε παιχνίδι της σειράς. Από τον φωτορεαλισμό και τις αντανακλάσεις σε γυαλιστερές επιφάνειες και τα particle effects από το muzzle flare του όπλου, μέχρι τη σκόνη της ερήμου και τον καπνό της χειροβομβίδας, είναι όλα πολύ όμορφα δοσμένα, που σε συνδυασμό με τους ρεαλιστικούς ήχους, το εξαιρετικό (τουλάχιστον για το campaign) direction και το βάθος παραμετροποίησης, παραδίδουν το καλύτερο οπτικοακουστικό αποτέλεσμα της σειράς μέχρι σήμερα.

Το campaign τα πηγαίνει περίφημα σε πολλούς τομείς, αλλά το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για τα υπόλοιπα modes. Το Spec Ops είναι το φετινό τρίτο mode για co-op ενώ εξυπηρετεί και ως παρακλάδι της βασικής ιστορίας για τους παίκτες που θέλουν λίγο περισσότερο story μετά το τέλος του campaign. Το εν λόγω mode στον γράφοντα θυμίζει κάτι σαν το Nightfall από το Destiny ή σαν ένα μεγάλο mission του Division (λίγο περισσότερο το δεύτερο). Τα objectives δεν διαθέτουν μεγάλη ποικιλία και τα περισσότερα ζητούν από τον παίκτη, απλώς, να καθαρίσει waves από εχθρούς παρόλο που υπάρχει ένα mode αποκλειστικά για κάτι τέτοιο (βλ. παρακάτω). Τις περισσότερες φορές το αποτέλεσμα κρίνεται στην καλή συνεννόηση της ομάδας μεταξύ της. Η δυσκολία είναι αυξημένη εδώ, κάτι που κάνει ενδιαφέρον το mode τις πρώτες ώρες, όμως το replayability καθενός από τα τέσσερα μόλις missions είναι μηδενικό. Δύστυχως δεν είδαμε την επιστροφή των Spec Ops με τον τρόπο που τα γνωρίσαμε στα Modern Warfare 2 και 3, τα οποία προσέφεραν αρκετό replayability, πάμπολλους χάρτες, και πολλά και διαφορετικά objectives.

Το Spec Ops προσφέρει περίπου τέσσερις ώρες περισσότερης ενασχόλησης με αντιπάλους την ΑΙ του παιχνιδιού, που στο εν λόγω mode μπορεί να γίνει αρκετά άδικη. Τα spawns των εχθρών δεν ακολουθούν τη γνωστή τακτική των υπολοίπων PvE FPS, που θέλουν το spawn να είναι πάντα μπροστά από τον παίκτη, και έτσι εδώ η δυσκολία ανεβαίνει με άδικο τρόπο, προσφέρει όμως μια καλή δόση αδρεναλίνης για τα αντανακλαστικά του παίκτη, την ετοιμότητά του, τη συνεννόηση με την ομάδα και την εκμάθηση του push στο objective. Είναι ξεκάθαρο πως το Spec Ops φέτος χρησιμοποιείται πιο πολύ σαν training course του multiplayer και όχι σαν ένα μεμονωμένο mode, το οποίο μπορεί να ανταγωνιστεί τα Zombies modes που είχαμε δει τα προηγούμενα χρόνια σε παιχνίδια της σειράς και έχουν γιγαντωθεί σε σημείο που θεωρούνται πιο σημαντικά από το multiplayer.

Εξαίρεση αποτελεί το Survival mode, το οποίo παίζεται αποκλειστικά σε multiplayer χάρτες και αποτελεί κανονικό waves mode, στο οποίο ο παίκτης πρέπει να προστατευτεί από ορδές εχθρών με διάφορα όπλα και πανοπλίες. Το εν λόγω mode το συναντήσαμε και στο MW3, και επιστρέφει χωρίς να έχει υποστεί καμία αλλαγή και είναι αρκετά ισορροπημένο όσον αφορά στον τρόπο που γίνεται η μάχη. Ο παίκτης πρέπει να αποφασίσει συνετά πριν το κάθε wave το πού θέλει να ξοδέψει το in-game currency του σε όπλα ή πανοπλία. Η ΑΙ σε ορισμένα σημεία γίνεται άδικη και εδώ, μιας και ξέρει ανά πάσα στιγμή σε ποιο σημείο του χάρτη βρίσκεται ο παίκτης ενώ πολλές είναι οι φορές που κάνει pre-fire και αναμένει τον παίκτη να βγει από κάποια γωνία πριν καν ο ίδιος μπορέσει να σημαδέψει και να πυροβολήσει.

Ωστόσο, αποτελεί σίγουρα ένα ευχάριστο challenge για μια ομάδα τεσσάρων ατόμων που θέλει να φτάσει σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο wave level και προσφέρει αρκετό replayability. Είναι μια καλή αρχή για ένα mode αντάξιο των Zombies, με διάφορα objectives πέρα από την επιβίωση, και θα θέλαμε να δούμε να εξελίσσεται με κάποιο τρόπο μετά από το 2011 που το είδαμε για τελευταία φορά. Τέλος, στο multiplayer του Modern Warfare, αν και εκ πρώτης όψης φαίνεται σαν μια επιστροφή στις ρίζες μετά από έξι χρόνια (Call of Duty Ghosts, 2013), οι βασικές δομές της σειράς Call of Duty είναι πιο αλλαγμένες από ποτέ. Αυτό ταυτόχρονα προσθέτει και αφαιρεί από την εμπειρία, καθιστώντας το παιχνίδι διαφορετικό, καλύτερο σε τομείς μεν, αλλά με αποτέλεσμα να καταπατά τις δικές του βασικές αρχές, δημιουργώντας το παράξενο υβρίδιο ενός παιχνιδιού που ήθελε ο developer, και άλλων παιχνιδιών της αγοράς.

Δεν θέλουμε να σας κουράσουμε μπαίνοντας σε λεπτομέρειες για recoil patterns, network architecture, σωστή κατανομή perks κ.λπ. μιας και τα περισσότερα από αυτά δεν ενδιαφέρουν τον μέσο παίκτη. Θα σταθούμε, όμως, σε δύο πολύ σημαντικά σημεία που συνοψίζουν την online εμπειρία και το παιχνίδι για φέτος: Gunplay και level design. Τα παιχνίδια της σειράς Call of Duty είναι γνωστά για το γρήγορο -“fast paced”- shooting που διαθέτουν. Ο κυριότερος παράγοντας για ένα CoD είναι να έχει απολαυστικό shooting. Τα τελευταία χρόνια (με την εξαίρεση του Call of Duty WW II) το shooting κομμάτι ήταν άπλα ικανοποιητικό λόγω της φουτουριστικής φύσης του. Ορισμένα όπλα είχαν laser σφαίρες, ορισμένα -λόγω του jumping- δεν είχαν καλό recoil και control, άλλα -λόγω της πίστας- είχαν παραμορφωμένο ήχο κ.α. Φέτος, η επιστροφή σε σύγχρονο πόλεμο -και σε συνδυασμό με την εξ ολοκλήρου νέα μηχανή γραφικών- έχει φέρει ως αποτέλεσμα το καλύτερο arcade FPS.

Η αίσθηση των όπλων είναι εξαιρετική σε κάθε τομέα, οπτικά η λεπτομέρεια στον σχεδιασμό είναι μεγάλη, τα attachments αλλάζουν ολοκληρωτικά το όπλο, και η χρήση καθενός από αυτά έχει θετικά και αρνητικά στον τρόπο προσέγγισης της μάχης. Οι επιλογές για παραμετροποίηση είναι πολλές, το βάρος τους ρεαλιστικό (καθώς επίσης και το το recoil για κάθε όπλο και κάθε class), το damage και το range ισορροπημένο χωρίς να επικαλύπτονται κατηγορίες ενώ σε συνδυασμό με τον εξαιρετικό ήχο που έχει δοθεί στα όπλα αλλά και στο περιβάλλον με το οποίο αλληλεπιδρά ο παίκτης και οι σφαίρες του όπλου, το παιχνίδι δημιουργεί μια εμπειρία που παρόμοια της δεν έχουμε δει σε παιχνίδι της σειράς.

Το εξαιρετικό gunplay και ο άμεσος έλεγχος του χαρακτήρα είναι δύο κύρια χαρακτηριστικά της σειράς, όπως και το level design όμως, στο οποίο φέτος συναντάται το μεγάλο αρνητικό του Modern Warfare. Η επιλογή των developers να ικανοποιήσουν μια μεγάλη μερίδα κοινού είχε ως αποτέλεσμα να θυσιαστούν χαρακτηριστικά τα οποία είναι σχεδόν ζωτικής σημασίας για το online multiplayer αυτής της σειράς. Στο παρελθόν έχουμε αναφερθεί σε three-lane design και map flow στους χάρτες των Call of Duty. Το Modern Warfare ακολούθησε έναν πρωτότυπο για τη σειρά σχεδιασμό χαρτών στο multiplayer, με σκοπό να αλλάξει τη φόρμουλα αλλά και για να χρησιμοποιήσει τα ίδια assets στο Ground War mode που φιλοξενεί 32 vs 32 παίκτες. Το αποτέλεσμα στα normal modes, όπως το TDM, είναι να ευνοείται το camping, να μην υπάρχει κανένα flow στους χάρτες, τα line of sights να είναι πάμπολλα για κάθε σημείο και ο χάρτης να θυμίζει λαβύρινθο, ενώ όλοι οι χάρτες αλλά και η αλλαγή στη μηχανή των γραφικών, φαίνεται πως έχουν ως αποτέλεσμα το έντονο spawn trap.

Δυστυχώς το πείραμα δεν πέτυχε ούτε με το Ground War, όπου το map και το mode θυμίζουν τη σειρά Battlefield, αλλά το ΤΤΚ παραμένει πιστό στη σειρά. Ως αποτέλεσμα αυτού, το mode έχει κατακλυστεί από πολλά oneshots από την μια άκρη του χάρτη στην άλλη, αρκετά spawn traps και αμέτρητα killstreaks να δημιουργούν μια άδικη κατάσταση για κάθε ομάδα. Στον αντίποδα βρίσκεται το 2v2 mode, το οποίο διαθέτει αποκλειστικά maps σχεδιασμένους με three-lane design, τα line of sights είναι λίγα και συγκεκριμένα και αποτελεί εξαιρετικά ισορροπημένο και διασκεδαστικό mode. Δυστυχώς, όμως, γίνεται γρήγορα βαρετό μιας και η ανακύκλωση του ίδιου mode σε μόλις πέντε maps, χωρίς κανένα objective, καταντάει μονότονη διαδικασία.

Εν κατακλείδι, το Modern Warfare είναι ένα παιχνίδι που προσπάθησε να κοιτάξει στο παρελθόν του για να αναγνωρίσει τα λάθη του και να τα ξεπεράσει. Στη διαδικασία αυτή, όμως, έκανε ορισμένα νέα λάθη. Το campaign μπορεί να μην είναι το καλύτερο της σειράς, όμως είναι σίγουρα το καλύτερο των τελευταίων χρόνων. Οι χαρακτήρες έχουν προσωπικότητα, και με τον καιρό (και τη συνεχεία του reboot) αναμένεται να “δεθούν” με τον παίκτη περισσότερο -όπως συνέβη και στα προηγούμενα παιχνίδια. Η αλλαγή στη μηχανή γραφικών είναι ένα στοίχημα που κέρδισε το studio, μιας και το αποτέλεσμα, οπτικά και ηχητικά, είναι εξαιρετικό, και με την αλλαγή της γενιάς αλλά και μέσα στα χρόνια, αναμένεται να γίνει ακόμα καλύτερη και “polished”.

Στον αντίποδα, το Spec Ops είναι μια σκιά των modes που γνωρίσαμε στα προηγούμενα παιχνίδια, με λιγότερους χάρτες και objectives, και σχεδόν καθόλου replayability. Και το Multiplayer, το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό στα παιχνίδια Call of Duty τα τελευταία χρόνια, ενώ είχε όλα τα προσόντα να δημιουργήσει το επόμενο μεγάλο παιχνίδι της σειράς, “στραβοπάτησε” άσχημα στο level design κατά την προσπάθεια της Infinity Ward να ικανοποιήσει μεγαλύτερη μερίδα του κοινού. Φέτος το Call of Duty έχει αποδεχθεί την ταυτότητα του game-as-a-service και θα εξελίσσεται με τον χρόνο, καθώς θα προστίθενται νέοι χάρτες και modes δωρεάν για όλους τους παίκτες. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί τελικά τα προβλήματα με τους χάρτες να εξαφανιστούν και ο βασιλιάς να επιστρέψει στον θρόνο του. Ίδωμεν.

To review για το Call of Duty: Modern Warfare βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS4.

 

Πηγή: gameover.gr




x

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookie.

ΑΠΟΔΟΧΗ ΑΡΝΟΥΜΕ Κέντρο απορρήτου Ρυθμίσεις απορρήτου Μάθετε περισσότερα σχετικά με την πολιτική Cookie