Assassin’s Creed

Θανατοποινίτης γλιτώνει από την ηλεκτρική καρέκλα, για να μεταφερθεί σε hi-tech εργαστήριο, όπου μέσω επαναστατικής τεχνολογίας βιώνει τις μνήμες προγόνου του στην Ισπανία του 15ου αιώνα, με σκοπό την ανακάλυψη του μυθικού «Μήλου της Εδέμ», το οποίο κρύβει πολύτιμα μυστικά. Αφού ούτε τώρα κατορθώθηκε να σπάσει η «κατάρα» που θέλει τις κινηματογραφικές μεταφορές των κάθε λογής video games, να είναι στην καλύτερη περίπτωση μέτριες, δεν ξέρω πότε θα δούμε μια πραγματικά καλή ταινία σ’ αυτό το είδος. Οι προϋποθέσεις φάνταζαν ιδανικές. Δύο εξαιρετικοί ηθοποιοί και ταυτόχρονα πρωτοκλασάτοι stars στους πρωταγωνιστικούς ρόλους κι ένας σκηνοθέτης ο οποίος είχε ξανασυνεργαστεί μαζί τους τόσο πρόσφατα, αφήνοντας άριστες εντυπώσεις, με τη ματιά του στο σαιξπηρικό «Macbeth» (2015). Οι ελπίδες, όμως, αποδεικνύονται φρούδες, μιας και ο περί ου ο λόγος Τζάστιν Κερζέλ δεν μπορεί να φτιάξει σε αυτήν την περίπτωση ένα ολοκληρωμένα καλό φιλμ, παρά μόνο μερικές καλές σεκάνς δράσης, συνοδεία των πετυχημένων γραφικών. Δεν πρόκειται ασφαλώς (και ευτυχώς) για κάτι αντίστοιχο του «Need for Speed» (2014) ή του «Μax Payne» (2008), για να αναφέρω μόνο δύο από τις κάκιστες ταινίες βασισμένες σε βιντεοπαιχνίδια, αλλά δεν νομίζω πως ο στόχος ήταν να ξεπεραστούν απλά οι προαναφερθείσες.
Σε σχέση με το πρόσφατο «Warcraft: Η Σύγκρουση Δύο Κόσμων» (2016), ο Κερζέλ δείχνει πως έχει ενδιαφερθεί κάπως περισσότερο για τον θεατή που δεν έχει καμιά απολύτως ιδέα για το τι μέρος του λόγου είναι το video game πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία του. Δεν θεωρεί δεδομένη τη γνώση του καθενός για το ποιος είναι και τι στην υπόθεση του έργου (κάτι που οι αμέτρητοι φανατικοί παίχτες του game ασφαλώς και θα γνωρίζουν απ’ έξω κι ανακατωτά), αλλά εισάγει σιγά σιγά τους χαρακτήρες (με την ευρεία έννοια η χρήση του όρου), δίνοντας σχετικές επεξηγήσεις, σε αντίθεση με τους αμέτρητους μάγους και πολεμιστές του «Warcraft», οι οποίοι μπαινόβγαιναν στην οθόνη από το πρώτο λεπτό με χαρακτηριστική ευκολία, σα να τους ξέραμε όλους από χθες. Όχι πως το σενάριο του «Assassin’s Creed» αποτελεί μνημείο ευκρίνειας, φυσικά, αλλά μια προσπάθεια σε αυτήν την κατεύθυνση έχει γίνει.

Ο Κάλουμ Λιντς σώζεται από θάνατο από έναν μυστηριώδη τύπο, ιδιοκτήτη τεχνολογικής εταιρείας, η κόρη του οποίου είναι επικεφαλής ενός προγράμματος εικονικής πραγματικότητας ονόματι Άνιμους. Μεταφερόμενος στις εγκαταστάσεις της στη Μαδρίτη, θα συνδεθεί με το συγκεκριμένο μηχάνημα, προκειμένου να ζήσει τις μνήμες του προγόνου του, Αγκιλάρ, μέλους της ομάδας των Ασασίνων, αφού μόνο αυτός γνώριζε που είχε κρυφτεί το περιβόητο «Μήλο της Εδέμ», στο οποίο βρίσκεται ο σπόρος της πρώτης ανθρώπινης ανυπακοής. Η εύρεση και κτήση του εν λόγω αντικειμένου θα σημάνει αυτόματα τον έλεγχο της βούλησης και της αυτόματης κατάργησης της οποιασδήποτε φωνής αντίδρασης, με επιθυμητό αποτέλεσμα τη διασφάλιση μιας ιδιότυπης, αν μη τι άλλο, παγκόσμιας ειρήνης. Με τους Ασασίνους από τη μια μεριά, υπέρμαχους της ελευθερίας του μυαλού, και τους Ναΐτες από την άλλη, πρεσβευτές του ελέγχου της σκέψης, δημιουργείται το δίπολο που μάχεται αιώνες τώρα για την τελική επικράτηση.

Ενώ οι σκηνές που διαδραματίζονται στην εποχή της Ισπανικής Ιεράς Εξέτασης, στα τέλη του 15ου αιώνα, προσφέρουν καλά ενορχηστρωμένη δράση, βοηθούμενες από το άνω των 100 εκατομμυρίων budget και τα άψογης ποιότητας CGI, που φτιάχνουν έναν εντυπωσιακό κόσμο φανταστικού εξωτικού παραμυθιού (και αχρείαστου για ακόμα μια φορά σε 3D), το κομμάτι της ιστορίας που διαδραματίζεται στο σήμερα πάσχει σημαντικά, σχεδόν από την αρχή. Όσο, μάλιστα, προχωρά η πλοκή, φλερτάρει με την γραφικότητα, καθώς οι βαρύγδουποι διάλογοι που αποκαλύπτουν τις προθέσεις αλλά και τις προσδοκίες των υπολοίπων «τροφίμων» του ερευνητικού κέντρου στο οποίο ζει το παρελθόν του ο Κάλουμ, γκρεμίζουν άγαρμπα όσα έχουν χτιστεί στην ηλιόλουστη Ισπανία του Μεσαίωνα.

Ο Μάικλ Φασμπέντερ από την πλευρά του κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί, δείχνει να έχει πάρει στα σοβαρά τον ρόλο του (συχνά οι ηθοποιοί της κλάσης του αντιμετωπίζουν ταινίες σαν κι αυτήν σαν πρώτης τάξεως… αρπαχτές), αποδεικνύοντας πως έχει το χάρισμα να δώσει έναν δραματικό τόνο, ακόμα και στον πιο «χάρτινο» χαρακτήρα. Μην περιμένετε, βέβαια, και τίποτα ερμηνευτικά θαύματα, αλλά εάν υποθέσουμε πως έπαιζε στην κονσόλα του το «Assassin’s Creed» και σας καλούσε να τον βοηθήσετε να φέρει εις πέρας την αποστολή του, θα σας έπειθε να λάβετε θέση δίπλα του. Απλά, από ένα σημείο και μετά, ίσως θα βαριόσασταν, αφού οι δυνατότητες που δημιουργούνται από την αλληλεπίδραση των δύο κόσμων και των δύο εποχών δεν «κεφαλοποιούνται» με τρόπο που θα τις έκανε δελεαστικές, ενώ το απογοητευτικά χλιαρό και άτσαλο φινάλε θα σας κάνει να σηκωθείτε από την καρέκλα χωρίς ιδιαίτερη διάθεση για έναν δεύτερο γύρο παιχνιδιού…

 




x

Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη εμπειρία στο διαδίκτυο. Συμφωνώντας αποδέχεστε τη χρήση των cookies σύμφωνα με την Πολιτική Cookie.

ΑΠΟΔΟΧΗ ΑΡΝΟΥΜΕ Κέντρο απορρήτου Ρυθμίσεις απορρήτου Μάθετε περισσότερα σχετικά με την πολιτική Cookie